Ο ξεχασμένος Εαυτός

Μόνο εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους και όλα πόσο μου στοίχισε να απομακρύνομαι από κοντά σου. Ούτε το φαντάστηκα ποτέ ότι θα γινόταν, ούτε το κατάλαβα πότε και πώς έγινε, γιατί και πώς, αυτό το πώς. Σαν να ξεγελάστηκα από κάποιο ακαταμάχητο δέλεαρ που μου πρόσφερε κάποιος. Τη μια στιγμή ήμουν το παιδί που τρώει στα κρυφά το γλυκό και την επόμενη είχα περάσει σε μια άλλη μεριά και ήμουν αυτός που τιμωρούσε το παιδί  για όλα τα γλυκά αυτού του κόσμου που έχει απολαύσει.

Δεν είναι το 5, το 10, το 30, το 40, το ακόμη παραπάνω. Είναι που κάτι γίνεται, πώς δεν ξέρω, κάτι γίνεται μέσα σε αυτά τα χρόνια και σε σπρώχνει μακριά από ‘αυτό που είσαι’. Σαν να μεγαλώνεις και να μεγαλώνει ταυτόχρονα μαζί σου κάτι ξένο, κάτι φερμένο από αλλού, κάτι που δεν είναι δικό σου. Αλλά πρέπει να το κάνεις δικό σου, για κάποιους λόγους ‘πρέπει’. Και κάνοντας το δικό σου, γρατζουνάς όλες εκείνες τις επιφάνειές σου που τις νόμιζες άτρωτες. Για να το χωρέσεις μέσα σου, σπρώχνεις όλο και πιο βαθιά όλα εκείνα που σε κάνουν να λάμπεις.

Γιατί τι είσαι; Ένα θαυμαστό πλάσμα, όπως ακριβώς ήσουν όταν πρωτοαντίκρισες αυτό τον κόσμο.

Αλλά δεν το καταλαβαίνεις πια. Απομακρύνθηκες από τη στεριά σου με βιασύνη να γνωρίσεις άλλες ακτές και άλλα μέρη. Και τι καλά που έκανες και ανοίχτηκες! Αυτός ο κόσμος δεν είναι για να τον φοβάσαι. Είναι μόνο για να βουτάς, να ανακαλύπτεις, να γδέρνεσαι στους βράχους του, να βυθίζεσαι στα βάθη του και να ανεβαίνεις πάλι στην επιφάνειά του ρουφώντας νέα ενέργεια με μια μεγάλη ανάσα.

Μα δεν είχες συνείδηση ότι ανοίγεσαι. Ίσως και αν είχες να μην ανοιγόσουν ποτέ σε όλα αυτά τα απίθανα, περιπετειώδη μέρη. Γιατί έτσι λειτουργεί η ζωή: προχωράς ανάμεσα σε ένα σύμπαν μαθημάτων, μέσα στο άγνωστο, και κάθε φορά καλείσαι να αποκωδικοποιήσεις, να δοκιμαστείς, να παιδευτείς. Και όλα αυτά δεν ξέρω πώς και γιατί, ξέρω όμως ότι όλα αυτά, όποια και αν είναι, μπορούν να σε κάνουν όπως λέμε, ‘καλύτερο άνθρωπο΄…

Κάτι όμως χρειάζεται για να γίνει αυτό, κάτι για να μην ξεχνάς. Μια συνείδηση που δεν λειτουργεί ανασταλτικά, αλλά μια συνείδηση που σε βοηθά να κρατήσεις επαφή με την αφετηρία σου, το ξεκίνημά σου, την πηγή σου. Για όλες εκείνες τις φορές που βρέθηκες ξαφνικά στη μέση του πελάγους και ένιωσες τόσες φορές να πνίγεσαι, τόσες φορές ανίκανος να επιστρέψεις στη στεριά σου. Ανίκανος να βρεις ένα κομμάτι μέσα σου που πάντα θα σε δέχεται και πάντα θα σε αγαπάει και πάντα θα μπορείς να ακουμπήσεις πάνω του, όσο και να έχεις απομακρυνθεί.

Πόσες από εκείνες τις φορές κατάφερες να επιστρέψεις στη στεριά σου και να ξαποστάσεις το τόσο κουρασμένο σου κορμί και την τόσο κουρασμένη σου ψυχή; Να τα αφήσεις ήσυχα να απλωθούν στον ήλιο χωρίς να τα ματώνεις ακόμη παραπάνω εσύ ο ίδιος, απλά να τα αφήσεις ήσυχα να κλείσουν οι πληγές τους ή τέλος πάντων ας γίνει όπως θέλει. Και όταν βρήκες τη δύναμη να ανασηκωθείς να είπες απλά «Ευχαριστώ. Ευχαριστώ που έγινα μέσα από αυτό, πιο άνθρωπος».

Πιο άνθρωπος. Πιο άδειος από σκέψεις και εγώ, πιο γεμάτος από αγνότητα και αγάπη. Πιο…μωρό. Με την αθώα σου ματιά, γεμάτη δίψα για τα πάντα. Να γεννιέσαι ελεύθερος, άδειος και ελαφρύς μέσα από τους πιο ανείπωτους πόνους. Λες δεν γίνεται; Παραμένεις ξεγελασμένος. Λες γίνεται; Θυμάσαι τον ξεχασμένο σου Εαυτό.

Αφήστε μια απάντηση