[Kαραντίνα sessions] Η θετική πλευρά της ‘κοινωνικής απόστασης’

Σε εποχή προ-κορονοϊού, το σύνηθες όταν θα συναντούσαμε κάποιον φίλο ή γνωστό, θα ήταν να χαιρετηθούμε έχοντας κάποια επαφή. Θα φιλιόμασταν σταυρωτά, θα αγκαλιαζόμασταν ή θα ανταλλάζαμε κάποια χειραψία.

Έρευνες* έχουν δείξει ότι το άγγιγμα και η εγγύτητα των σωμάτων παίζουν τεράστιο ρόλο για τη ψυχική μας υγεία. Οι μαθητές ανταποκρίνονται καλύτερα αν δεχτούν ένα ενθαρρυντικό άγγιγμα στον ώμο. Τα ζευγάρια ανακουφίζονται ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά από μια κρίση αν απλά σταματήσουν τη συζήτηση και αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Οι ασθενείς που επισκέπτονται έναν γιατρό νιώθουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη αν δεχτούν ένα παρηγορητικό άγγιγμα κλπ.

Οι τωρινές συνθήκες φέρνουν τα πάνω κάτω στο πώς συναναστρεφόμαστε και υπάρχουμε με τους άλλους στον ίδιο χώρο- δημιουργείται απόσταση, αναγκαστικά, και κοινωνική απομόνωση. Υπάρχει κάτι το θετικό άραγε σε αυτό;

Η αλήθεια είναι ότι η εγγύτητα των σωμάτων δεν καταργεί μόνο ‘χωρικά’ όρια, αλλά και ψυχικά. Όταν πλησιάζουμε κάποιον ή όταν κάνουμε κάποια κίνηση προς το μέρος του ή το αντίστροφο, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι απλά απλώνουμε το χέρι μας προς αυτόν, αυτό εκφράζει μια άνεση, μια οικειότητα ή έστω πως ‘επιτρέπουμε’ μια ανθρώπινη σύνδεση, ακόμη και όταν απλά πρόκειται για ένα χαιρετισμό που εξυπηρετεί μια κοινωνική σύμβαση και δεν μας επηρεάζει σε προσωπικό επίπεδο, αλλά σχετίζεται μόνο με κάποιον ρόλο-αυτό του εργαζόμενου π.χ.

Και τα ψυχικά όρια καταπατώνται με μεγάλη ευκολία-και ορισμένες φορές και με μεγάλη θρασύτητα. Από την άλλη, είναι μια πρόκληση για όλους μας το πώς, πού και πότε τα θέτουμε. Είναι κάτι που μαθαίνουμε μεγαλώνοντας, μέσα από τις σχέσεις μας και τις συναναστροφές μας, μέσα από λάθη, απογοητεύσεις, ματαιώσεις και ένα σωρό άλλα. Τα προσδιορίζουμε ξανά και ξανά, όσο περισσότερο μαθαίνουμε να μας σεβόμαστε οι ίδιοι και κατανοούμε εμάς και το τι μας ικανοποιεί, τι ζητάμε και πώς θέλουμε να υπάρχουμε και να νιώθουμε όταν συνδεόμαστε με τους αλλους ανθρώπους.

Το πιθανότερο είναι όλοι να γνωρίζουμε κάποιον στον ευρύτερο κύκλο μας, έναν ‘υπερ-κοινωνικό’ τύπο που ήταν δήθεν φίλος με όλους ή που φέρεται λες και γνωριζόμαστε χρόνια, με μια αταίριαστη οικειότητα από το πουθενά. Πόσες φορές δεν έχουμε έρθει αντιμέτωποι με αδιακρισία, με ένα υποκριτικό ή τυπικό ‘τι κάνεις;’, ‘πού ‘σαι ρε φίλε’, ‘πώς πάει’, ‘χαίρομαι πολύ για τα νέα σου’ (όχι, δεν χάρηκε πραγματικά για τα νέα σου). Ίσως και να έχουμε νιώσει άσχημα που τελικά χαιρετηθήκαμε ακουμπώντας τον/την, να μην θέλαμε, να το κάναμε καθαρά επειδή βγήκε αυτόματα, επειδή ‘έτσι γίνεται’, αλλά στην πραγματικότητα να μας ήταν προτιμότερο να κρατήσουμε απόσταση.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς θα είναι το μετά, αλλά σίγουρα όλο αυτό που ζούμε επαναπροσδιορίζει σχέσεις και καταστάσεις τόσο ατομικά, όσο και κοινωνικά. Ίσως να έχουμε περισσότερο ανάγκη από ποτέ να είμαστε αληθινοί, γιατί νιώθουμε πιο ευάλωτοι. Ίσως να διαπιστώσαμε μέσα σε αυτό το διάστημα με ποιους μπορέσαμε να κρατήσουμε μια πιο ουσιαστική επαφή ή σε ποιους είχαμε ανάγκη να απευθυνθούμε, ποιους θέλαμε πραγματικά δίπλα μας και ποιοι μας ήθελαν δίπλα τους.

Ίσως να σκεφτήκαμε αλλιώς το πώς θα συμπεριφερόμαστε όταν θα συσχετιζόμαστε με άλλους. Για κάποιους η αδιακρισία ή η διάθεση κριτικής ίσως να μαλάκωσε (ναι ισχύει ότι ίσως και να έγινε πιο έντονη πάντως). Βιώσαμε όμως όλοι, σε μαζικό επίπεδο και μάλιστα παγκόσμιο, μια ίδια κατάσταση, που είχε δυσκολίες σε πολλά επίπεδα. Και εξακολουθούμε να το βιώνουμε-και θα συνεχίσει. Αλλά όταν κάτι ξεπερνά το ατομικό και περνά σε συλλογικό επίπεδο, τότε μας συνδέει αόρατα και με άλλους τρόπους. Μπορεί η φυσική απόσταση να μεγαλώνει, αλλά ως ένα βαθμό, μικρότερο ή μεγαλύτερο, συνειδητά ή ασυνείδητα, η ψυχική απόσταση μικραίνει. Αντιμετωπίζουμε ο καθένας τα δικά του, αλλά ταυτόχρονα κάτι κοινό.

Και δεν έχει τόσο σημασία αν το θετικό θα φανεί άμεσα, σε λίγους ή πολλούς ή πάρα πολλούς-γιατί σε όλους δεν θα φανεί. Σημασία έχει ότι υπάρχει πάντα μια ευκαιρία στο κάθε τι κάτι να μας μάθει και ταυτόχρονα ότι έχουμε την επιλογή να το δούμε έτσι. Αν όχι για το πώς θα είμαστε καλύτεροι για τους άλλους, ίσως για το τι σημαίνει για εμάς το ότι ‘χάσαμε’ κάτι από την κοινωνικότητά μας, όπως και αν ήταν αυτή. Το τι συνέβη όσο μείναμε περισσότερο χρόνο με τον εαυτό μας θα καθορίσει πολύ από το ‘μετά’-πώς θα προσδιορίσουμε τώρα τα όριά μας; Σε ποια σημεία θα μαλακώσουν και σε ποια σημεία θα τραβηχτεί πιο έντονα η γραμμή;

Η ‘κοινωνική απόσταση’ είναι τόσο φυσική απόσταση όσο και δημιουργία ενός χώρου που, αν δούμε την θετική του πλευρά, μπορεί τελικά να μεταμορφώσει την κοινωνική μας πλευρά σε πιο ουσιαστική. Και όταν ξανά χαιρετηθούμε το ίδιο με παλιά, να είναι πηγαίο και πιο αληθινό, να το χαρούμε σαν να μην ήταν δεδομένο. Και κυρίως, όταν το κάνουμε και όταν το εισπράξουμε, τα ψυχικά όρια τα δικά μας και του άλλου, να είναι προσδιορισμένα μέσα από μια μεγαλύτερη συνείδηση του τι έχουμε ανάγκη. Όχι μόνο ατομικά, αλλά και ανθρώπινα.

PPhoto by Kelly Sikkema on Unsplash

Πηγούλες* για την αναφορά σε έρευνες

[1] https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S0273229711000025

[2]https://www.liebertpub.com/doi/abs/10.1089/acm.2007.7163

[3]https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/15534510.2012.719479

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *